Διονύσης Ζάχος: Όταν παίζω, με τους θεατές είμαστε σαν… συνωμότες!

Είκοσι χρόνια δημιουργικής πορείας στον χώρο του θεάματος συμπλήρωσε τον Δεκέμβριο ο Διονύσης Ζάχος. Ο δημοφιλής καλλιτέχνης, ο οποίος σατιρίζει έξυπνα τους πάντες και μιμείται εκπληκτικά πάνω από 60 γνωστές προσωπικότητες στις παραστάσεις του, γιόρτασε τα επαγγελματικά του γενέθλια με μια μεγάλη περιοδεία ανά την Ελλάδα. Ο ίδιος μιλά σήμερα στο «Enjoy» και στον Ηλία Μαραβέγια για τη νέα παράστασή του, το φιλόδοξο show που έχει στα σκαριά, ενώ σχολιάζει τα realities και τις «Άγριες μέλισσες».

Είκοσι χρόνια Ζάχος. Πώς αισθάνεσαι που συμπλήρωσες δύο δεκαετίες καλλιτεχνικής πορείας και τι κρατάς από αυτή τη διαδρομή;

Καταρχάς θα ήθελα να ευχαριστήσω πολύ τον κόσμο για όλα αυτά τα χρόνια που είναι δίπλα μου και με στηρίζει. Εκείνο που κρατάω είναι όλη αυτή η χαρά της δημιουργίας στη διαδρομή που με οδήγησε σε αυτό που είμαι σήμερα, όλη αυτή την εξέλιξη που κατάφερα να πετύχω με αγώνα, κόπο, αλλά και πολύ μεράκι. Διότι μέσα από τις προσωπικότητες που έβαζα στο ρεπερτόριό μου κάθε φορά, στις μιμήσεις και στα shows μου αυτές τις δύο δεκαετίες μεγάλωνα κι εγώ. Ως εκ τούτου, νομίζω ότι έχω φτάσει πλέον στο σημείο που ονειρευόμουν: να κάνω άρτιες παραγωγές και να εισπράττω την αγάπη του κόσμου και το χειροκρότημα. Όταν παίζω, αισθάνομαι ότι με τους θεατές είμαστε κάτι σαν… συνωμότες, δηλαδή αυτά που λέω εγώ επί σκηνής είναι αυτά που λένε κι εκείνοι ή τα σκέφτονται στα σπίτια τους. Έχουμε μια αγαπησιάρικη σχέση… συνωμοσίας με το κοινό κι αυτό μου αρέσει.

Πρόσφατα σε είδαμε σε κάτι διαφορετικό από αυτά που μας έχεις συνηθίσει. Εκανες πρεμιέρα με τη μαύρη κωμωδία «Slip and Tanga Wow» στο Life Theater στο Γκάζι. Πώς προέκυψε αυτό;

Προέκυψε γιατί είναι ένα έργο που έχει γράψει και σκηνοθετεί η Στέβη Μπουζιάνη, αγαπημένη συνεργάτιδά μου τα τελευταία πέντε χρόνια. Μαζί κάναμε στο παρελθόν δύο δραματικούς μονολόγους, τα έργα «Μνήμες άφυλου» και «Δωμάτιο Μηδέν», τα οποία είχαν μεγάλο βαθμό ερμηνευτικής δυσκολίας για μένα, καθώς ήταν ένα είδος θεάτρου που δεν είχα υπηρετήσει μέχρι τότε. Ηταν ένα στοίχημα που κέρδισα, σύμφωνα πάντα με τη γνώμη του κοινού που παρακολούθησε αυτές τις δουλειές, αλλά και τις κριτικές που γράφτηκαν για τις ερμηνείες μου. Από τη στιγμή, λοιπόν, που εγώ και η Στέβη εμπιστευτήκαμε ο ένας τον άλλον σε δύο δραματικούς μονολόγους, δεν νομίζω πως είχα λόγο να πω «όχι» στην πρόταση που μου έκανε και για τη συγκεκριμένη μαύρη κωμωδία.

Παρ’ όλα αυτά στο «Slip and Tanga Wow», που παρουσιάζεται κάθε Τετάρτη, κάνεις έναν ρόλο εντελώς κόντρα σε σένα.

Ναι, κάνω έναν νταβατζή, έναν άνθρωπο της νύχτας και του περιθωρίου, πολύ αρρενωπό σε σχέση με μένα. Ο Δημοσθένης, όπως λέγεται ο ήρωάς μου, είναι ένας μισογύνης, ο οποίος έχει μεγαλώσει στα χέρια του θείου του, ενός μαφιόζου. Μισεί τις γυναίκες γιατί δεν ένιωσε ποτέ το μητρικό χάδι ούτε αγαπήθηκε ποτέ από καμία γυναίκα, με αποτέλεσμα να κάνει… σχέση με μια πλαστική κούκλα, τη Μιράντα, και να σκοτώνει ιερόδουλες στη γωνία Σόλωνος και Σίνα, μόνο σε αυτό το σημείο πάντα, γιατί είναι εμμονικός. Νομίζω πως κατάφερα να χτίσω έναν ρόλο που βγάζει αυτή την αγριάδα που χρειάζεται αυτός ο χαρακτήρας και πολύ γέλιο ταυτόχρονα. Επειδή κινούμαι πολλά χρόνια στη νύχτα, έχω δει τέτοιους ανθρώπους, υπάρχουν γύρω μας. Ως εκ τούτου, δεν μου ήταν δύσκολο να δημιουργήσω τον ρόλο του Δημοσθένη.

Παράλληλα με αυτό ετοιμάζεις κι ένα μεγάλο show σε αθηναϊκό χώρο, με πολλές μιμήσεις, σάτιρα, διαχρονικά τραγούδια και άρωμα παλιού ελληνικού σινεμά…

Η βάση της ιδέας για την εν λόγω παράσταση είναι να γίνει η αναβίωση της ιστορικής Μέδουσας με τον Γιώργο Μαρίνο. Το θέμα της εστιάζει στην εξέλιξη της διασκέδασης στη νυχτερινή Αθήνα, με φόντο την ωραιότερη γειτονιά της πόλης, την Πλάκα, ξεκινώντας από την εποχή του «Μεθύστακα» Ορέστη Μακρή και φτάνοντας μέχρι σήμερα. Είναι πολλά αυτά που θα ήθελα να πω γι’ αυτή τη δουλειά, με την οποία θα μπω δυναμικά στη νέα εικοσαετία της καριέρας μου, αλλά θα πρέπει να είμαι φειδωλός στις δηλώσεις μου για τη ώρα. Θα αποκαλύψω μόνο ότι, μεταξύ άλλων, θα ενσαρκώσω τη Μαίρη Βέμπερ, δηλαδή την Αλίκη Βουγιουκλάκη από την ταινία «Ο Μιμίκος και η Μαίρη». Επί σκηνής θα πλαισιώνομαι από τέσσερις ταλαντούχες νέες ηθοποιούς και τραγουδίστριες, όπως συνέβαινε και στη Μεδούσα με τον δάσκαλο Γιώργο Μαρίνο, στον οποίο και θα είναι αφιερωμένη η παράστασή μας.

Πώς σου φαίνεται όλος αυτός ο χαμός που γίνεται φέτος στην τηλεόραση με τις «Αγριες μέλισσες»;

Είναι σημαντικό που η ελληνική τηλεόραση επέστρεψε στην καλή μυθοπλασία. Και δεν είναι μόνο οι «Αγριες μέλισσες», είναι και το «Κόκκινο ποτάμι», δύο παραγωγές που ξεχωρίζουν. Είχαμε ανάγκη να δούμε νέα πρόσωπα στη μικρή οθόνη, ανακατεμένα με σπουδαίους παλιούς ηθοποιούς, όπως η Κάτια Δανδουλάκη. Νομίζω βέβαια πως οι «Μέλισσες», που τις έχω φέτος και στο σατιρικό show μου, βγαίνοντας on stage ως Μυρσίνη Σεβαστού που κάνει σεξ στο χωράφι με τις ελιές, είναι λίγο… τσιμπημένες σε ό,τι αφορά τους έρωτες. Είναι μια καλογυρισμένη σειρά, με ωραία κοστούμια και φοβερές ερμηνείες. Ελπίζω να μην την τραβήξουν από τα… μαλλιά και καταντήσει σαπουνόπερα.

Παρά την επιστροφή στη μυθοπλασία το τηλεοπτικό κοινό εξακολουθεί να στηρίζει και τα realities. Επιστρέφει μέχρι και το «Big Brother».

Πιστεύω πως ο κόσμος έχει πάντοτε ανάγκη από μια… αρένα στην τηλεόραση, όπως αυτές που υπήρχαν κάποτε και πετούσαν μέσα τους ανθρώπους να παλέψουν με τα λιοντάρια ενώ οι θεατές ζητωκραύγαζαν. Κάτι τέτοιο γίνεται με τα realities. Οι τηλεθεατές τα ζητούν, τα κανάλια τα δίνουν. Ετσι είναι και οι δυο πλευρές ικανοποιημένες, τα κανάλια γεμίζουν τα ταμεία τους με λεφτά, οι τηλεθεατές ξεσπούν βλέποντας άλλους ανθρώπους να τσακώνονται και γενικότερα να περνούν πιο δύσκολα από αυτούς… Πάντως, αν με ρωτάς, δεν νομίζω ότι θα έχει επιτυχία το «Big Brother».

newsbreak