Ο «καραμανλικός» Γιάννης Λούλης αναλύει: Ο Τσίπρας είναι εδώ για να μείνει

 

 

Ο πρώην σύμβουλος στρατηγικής του Κώστα Καραμανλή, Γιάννης Λούλης, πολιτικός αναλυτής και επικοινωνιολόγος της ΝΔ επί σειρά ετών, με ένα νέο βιβλίο επιχειρεί να καταγράψει τα φαινόμενα που εκτροχίασαν την Μεταπολίτευση και οδήγησαν στην σημερινή κρίση.

Σε συνέντευξη που παραχώρησε στην Εφημερίδα των Συντακτών εξηγεί εν ολίγοις τα επιχειρήματα του βιβλίου του και καταλήγει σε ένα συμπέρασμα που προκαλεί αίσθηση: «Ο Τσίπρας είναι εδώ για να μείνει, είναι δρομέας αντοχής».

Ο τίτλος του βιβλίου του είναι «Στις ρίζες του κακού: Πώς και γιατί εκτροχιάστηκε η Μεταπολίτευση» [εκδόσεις Καστανιώτη].

«Το συγκεκριμένο αναχρονιστικό και αμαρτωλό πολιτικό προσωπικό της Μεταπολίτευσης ήταν που διαμόρφωσε τις ρίζες του κακού. Αυτό δεν το αντελήφθηκαν οι πολίτες, που στάθηκαν αρχικά στην άψογη δημοκρατική μετάβαση. Στη συνέχεια, μάλιστα, τους συνεπήρε το όραμα της αλλαγής του Ανδρέα Παπανδρέου. Αυτός ήταν, με βάση τις αντικειμενικές του ικανότητες, τις γνώσεις του, την έντονα χαρισματική του προσωπικότητα, μια μεγάλη ευκαιρία για τον τόπο.

Αποδείχθηκε μοιραίος. Ηταν βέρος λαϊκιστής, όπως το φαινόμενο προσδιορίζεται από την διεθνή βιβλιογραφία… Ο Ανδρέας Παπανδρέου εκτροχίασε την οικονομία. Ηταν ακραία πολωτικός, όπως άλλωστε όλοι οι λαϊκιστές. Κομματικοποίησε πλήρως το πελατειακό κράτος.

Παράλληλα, η ΝΔ, ένα άρρωστο κόμμα, μια αναχρονιστική Δεξιά (που ο Καραμανλής την άφησε στη μοίρα της), μιμήθηκε το ΠΑΣΟΚ. Μπήκε στο παιχνίδι της πόλωσης. Και αυτή κομματικοποίησε το κράτος. Επέλεξε ως ηγέτη τον υπερδεξιό Αβέρωφ. Μετά επέλεξε ως αντι-Παπανδρέου τον Μητσοτάκη. Η βεντέτα Παπανδρέου-Μητσοτάκη ξαναπαίχθηκε και έγινε τοξική. Ο Α. Παπανδρέου, χωρίς στοιχεία, σύρθηκε στο Ειδικό Δικαστήριο. Ο τόπος, λοιπόν, πέρα από ένα αποτυχημένο κράτος που φορτώθηκε, απέκτησε ένα ανεπαρκέστατο πολιτικό προσωπικό, συν μια κουλτούρα πόλωσης», αναφέρει ο Γιάννης Λούλης στην συνέντευξή του.

Για τον Αλέξη Τσίπρα:

«Τα περί «νέας μεταπολίτευσης» ή περί του «τέλους της μεταπολίτευσης» είναι απλά πυροτεχνήματα. Ο Τσίπρας είχε για πολύ λίγο μια φρεσκάδα, την οποία όμως έχει χάσει πλέον. Είναι γνήσιο τέκνο της παρακμιακής περιόδου που βιώνουμε. Ζητούμενο για τον ίδιο τώρα είναι να αφήσει τις μεγαλοστομίες και να υπηρετήσει τον ρεαλισμό, στον οποίο πρόσφατα προσχώρησε.

Φυσικά είναι εδώ για να μείνει. Διότι τα δύο πρώην κυρίαρχα κόμματα παραμένουν απωθητικά. Και διότι έχει κάποιες δικές του δυνάμεις, συν βεβαίως σοβαρές αδυναμίες. Κύρια αδυναμία του είναι ότι ρέπει προς επιπόλαιες αντιδράσεις. Είναι όμως σίγουρα ένας δρομέας αντοχής».

Για την Κεντροαριστερά αναφέρει:

«Ο,τι απομένει από το ΠΑΣΟΚ είναι τοξικό. Γι’αυτό το μεγαλύτερο κομμάτι της Κεντροαριστεράς, που είναι πλειοψηφικό ρεύμα στο εκλογικό σώμα, θα στρέφεται κυρίως στον Τσίπρα».

Και η ανάλυσή του για την ΝΔ:

«Η ΝΔ δεν έγινε ποτέ, στην μετα-καραμανλική εποχή, ένα γνήσιο κεντροδεξιό κόμμα. Παρέμεινε μια παραδοσιακή Δεξιά. Ο Κώστας Καραμανλής ήταν ο μόνος ηγέτης της που ανοίχτηκε στον μεσαίο χώρο. Ομως, το άνοιγμα αυτό ήταν επιφανειακό από την ώρα που δεν άλλαξε συθέμελα το κόμμα του, συγκρουόμενος με τα βαρίδια του. Ο Σαμαράς ήταν η επιτομή της δεξιάς στροφής. Με υπόγειους συνομιλητές της Χρυσής Αυγής και ακραία δεξιά στελέχη. Ο νυν αρχηγός του κόμματος μπορεί να έχει ένστικτα στροφής προς το Κέντρο, όμως τον έχει καταπιεί το κόμμα του».

Τι πρέπει να αλλάξει για να βγούμε από την κρίση:

«Για να βγούμε από την παρακμιακή φάση της Μεταπολίτευσης, θα έπρεπε το πολιτικό προσωπικό της χώρας να αλλάξει ριζικά. Τόσο σε πρόσωπα όσο και σε νοοτροπίες και πρακτικές. Τούτο δεν θα συμβεί. Οι «ρίζες του κακού» είναι βαθιές. Το σημερινό αποτυχημένο κράτος (failed state) είναι ο πεντακάθαρος καθρέφτης του πολιτικού προσωπικού. Αυτό άλλωστε το δημιούργησε και αυτό το συντηρεί. Επίσης, το πολιτικό προσωπικό απωθεί τους ικανούς και ταλαντούχους. Στην πραγματικότητα, δεν τους θέλει στα πόδια του. Οσον αφορά την πόλωση, αυτή έχει γίνει κομμάτι του DNA των κομμάτων.

Γι’αυτό το μέλλον της χώρας κυμαίνεται μεταξύ σκοτεινού και σκιερού. Η μόνη μας ελπίδα είναι να ισχύσει τουλάχιστον το τελευταίο».

iefimerida