Κώστας Βενετσάνος: Την καρέκλα όπου κάθισε ο Παπαδόπουλος την ίδρωσα πρώτος

Η Βίσση και ο Πάριος είναι από τους λίγους καλλιτέχνες που έχουν αναγνωρίσει τη βοήθειά μου στην καριέρα τους

Ο πρωτεργάτης της ασπρόμαυρης τηλεόρασης Κώστας Βενετσάνος μιλάει για τη μεγάλη καριέρα του και «ξεσπαθώνει» κατά γνωστών stars της TV 
❱❱ Τα πρώτα μουσικά βήματα στις μπουάτ, το θεατρικό ξεκίνημα με τη Σοφία Βέμπο και η συνεργασία με τον θρυλικό Οικονομίδη

Από τον
ΑΛΚΙΝΟΟ ΜΠΟΥΝΙΑ
O Κώστας Βενετσάνος έχει βάλει τη σφραγίδα του στα πρώτα βήματα της ελληνικής τηλεόρασης, παρουσιάζοντας θρυλικές μουσικές εκπομπές.

Φέτος, ύστερα από πολλά χρόνια απουσίας, τον είδαμε και πάλι στην TV, σε εκπομπή του Γιάννη Ζουγανέλη, ενώ επισκέφθηκε και την Αμερική και έκλεισε συμφωνία με εκεί ελληνικό τηλεοπτικό κανάλι να διοργανωθεί του χρόνου μια μεγάλη καλλιτεχνική βραδιά, στην οποία θα τιμηθούν θρύλοι του ελληνικού κινηματογράφου και του θεάτρου.

Πού γεννήθηκες;

Στη Θεσσαλονίκη του πολέμου! Πέρασα δύσκολα παιδικά χρόνια, όχι μόνο λόγω της άσχημης περιόδου που διένυε τότε η Ελλάδα, αλλά και γιατί μας εγκατέλειψε ο πατέρας μου όταν ήμουν οκτώ μηνών.

Πολύ κακό για ένα παιδί αυτό…

Τόσο κακό, που, όταν μεγάλωσα και μπήκα στον καλλιτεχνικό χώρο, δεν ήθελα να χρησιμοποιήσω το επίθετο του πατέρα μου κι έτσι χρησιμοποίησα το ψευδώνυμο «Βενετσάνος».

Ποιο είναι το κανονικό επίθετό σου;

Δεσποινόπουλος.

Να υποθέσω ότι με τον πατέρα σου είχατε μια κόντρα μέχρι τέλους;

Τον είδα δύο φορές στη ζωή μου, για πρώτη φορά σε ηλικία 10 ετών και αργότερα, όταν ήμουν γνωστός κι έκανα τηλεόραση, ήρθε και με βρήκε εκείνος για περιουσιακούς λόγους. Οταν πέθανε στη Βραζιλία, όπου ζούσε, δεν πήγα στην κηδεία του. Δεν ένιωθα την ανάγκη να πάω. Η αλήθεια είναι ότι δεν τον συγχώρησα ούτε μετά τον θάνατό του. Γιατί δεν υπάρχει μεγαλύτερο έγκλημα από το να εγκαταλείπεις το παιδί σου, και μάλιστα σε αυτή την τόσο τρυφερή ηλικία… Εκανε οικογένεια με μια άλλη γυναίκα. Εξαφανίστηκε από εμάς το 1939 και επανεμφανίστηκε το 1948 μ’ ένα εξώγαμο παιδί, αγόρι κι αυτό, ζητώντας από τη μητέρα μου να του δώσει διαζύγιο για να το αναγνωρίσει – όπως κι έγινε.

Με τη μητέρα σου είχες μεγάλο δέσιμο;

Είχα μια πάρα πολύ καλή μητέρα, την κυρία Αννα, η οποία στάθηκε βράχος στο πλευρό μου. Ηρθαμε στην Αθήνα από τη Θεσσαλονίκη όταν ήμουν πέντε ετών – το αποφάσισε η ίδια. Περάσαμε διά πυρός και σιδήρου. Εκείνη ξενοδούλευε κι εγώ σπούδαζα σε νυχτερινό, ενώ παράλληλα δούλευα. Κοντά στο σπίτι μας υπήρχε μια βιοτεχνία πλαστικών, στην οποία εργαζόμουν, και από αυτή τη δουλειά έχω ένσημα από την ηλικία των 12 χρόνων. Η μητέρα μου, η οποία όταν μπήκα στον καλλιτεχνικό χώρο ήταν μαζί μου στα κέντρα όπου εμφανιζόμουν, ακόμη και στις οντισιόν μου, ήταν η βασίλισσά μου και την πρόσεχα πολύ μέχρι το τέλος της ζωής της.

Πότε ξεκίνησες με τα καλλιτεχνικά;

Καταρχάς να πω ότι στα εφηβικά χρόνια μου ήμουν κατηχητής και ήθελα να γίνω ιερωμένος. Σε αυτό αντέδρασε πολύ η μητέρα μου κι έτσι πέρασα στις άλλες μεγάλες αγάπες μου, που είναι το θέατρο και το τραγούδι. Μάλιστα, σπούδασα υποκριτική στις σχολές του Πέλου Κατσέλη και του Λυκούργου Σταυράκου, έχοντας συμμαθητή μου τον Γιάννη Βόγλη. Πότε ξεκίνησα με το τραγούδι; Στα μέσα της δεκαετίας του ’50, σε μπουάτ της Πλάκας, με τη Μαρία Δουράκη. Με το θέατρο ασχολήθηκα το 1966, στο πλευρό της Σοφίας Βέμπο, στο θέατρό της, και θα πρέπει να πω ότι αυτή η συνεργασία μου είναι από τις πιο σπουδαίες της καριέρας μου.

Ως τραγουδιστής έχεις στο ενεργητικό σου το μεγάλο σουξέ «Είναι νωρίς για δάκρυα, Στέλλα». Ομως, άφησες εποχή ως παρουσιαστής σε κέντρα, αναψυκτήρια και σε άλλα live προγράμματα…

Είχα μεγάλη ευχέρεια στον λόγο, με αποτέλεσμα να προσελκύσω το ενδιαφέρον του θρυλικού Γιώργου Οικονομίδη, που με πήρε ως βοηθό του στο Αλσος. Από αυτόν τον τεράστιο κονφερανσιέ και πολυτάλαντο καλλιτέχνη -που άδικα πλήρωσε όλα τα κακά της χούντας- διδάχτηκα πολλά.

Τη δική του σχολή ακολούθησα στις μετέπειτα δικές μου παρουσιάσεις στα αναψυκτήρια Ερμής, Αίγλη και Παλλήνη, καθώς και σε πάρα πολλές καλλιτεχνικές εκδηλώσεις με την παρουσία των μεγαλύτερων καλλιτεχνών, όπως είναι η Γιορτή του Κρασιού του ΕΟΤ, το Καρναβάλι του Μοσχάτου, αλλά και τα καλλιστεία «Face of the year» που κάναμε με τον αείμνηστο Σταύρο Αλατά.

Είσαι από τους πρωτεργάτες της ασπρόμαυρης τηλεόρασης, παρουσιάζοντας θρυλικές ψυχαγωγικές εκπομπές της τότε ΥΕΝΕΔ, όπως «Η χαρούμενη Αθήνα» και «Το βαριετέ», που πρόβαλλαν το ελληνικό τραγούδι στη δεκαετία του ’70.

Εκτός από αυτές τις δύο εκπομπές, που πραγματικά έγραψαν ιστορία φιλοξενώντας τα μεγαλύτερα ονόματα του τραγουδιού, έκανα το 1968 και την πρώτη εκπομπή της ελληνικής τηλεόρασης, η οποία λεγόταν «Μουσική συνέντευξη».

Αξίζει να τονιστεί ότι, όταν ξεκίνησα την τηλεόραση, τα σκηνικά τα καρφώναμε και τα βάφαμε μόνοι μας – όλα τα κάναμε μόνοι μας. Παρ’ όλα αυτά, είχα προσκεκλημένους όλα τα μεγάλα ονόματα εκείνης της εποχής, όπως είναι ο Νταλάρας, η Μαρινέλλα, ο Βοσκόπουλος,ο Καλατζής, ο Πάριος και η Αννα Βίσση.

Είναι γνωστό ότι ανακάλυψες τη Βίσση και τη σύστησες στον Μάκη Mάτσα της Minos. Σ’ το έχει αναγνωρίσει;

Η Βίσση και ο Πάριος συγκαταλέγονται στους ελάχιστους καλλιτέχνες που έχουν αναγνωρίσει τη βοήθειά μου στην καριέρα τους.

Ωστόσο, τόσα χρόνια, ο Σπύρος Παπαδόπουλος δεν σε κάλεσε ποτέ στις μουσικές εκπομπές του.

Ο συγκεκριμένος δεν με κάλεσε ούτε τότε που έκανε το «Στην υγειά μας» στην ΕΡΤ, όπου έχω γράψει ιστορία. Δηλαδή, την καρέκλα όπου κάθισε εκείνος την ίδρωσα πρώτος… Το ίδιο συνέβη και με την Μπήλιω Τσουκαλά, που έκανε χρόνια στην ΕΡΤ το «Εχει γούστο». Ομως, δεν θα ασχοληθώ άλλο μαζί τους. Απλά να ξέρουν ότι κι εκείνοι κάποια στιγμή θα τελειώσουν και θα τους κρίνουν το κοινό και η Ιστορία… Αντίθετα, θα ήθελα να ευχαριστήσω τον Γιάννη Ζουγανέλη, που φέτος μου έδωσε την ευκαιρία και εμφανίστηκα σε έξι επεισόδια της εκπομπής του «Φόρτσα πατρίδα», όπου πραγματικά πήρα πολύ καλές κριτικές.

Ποιος είναι για σένα ο καλύτερος και ποιος ο χειρότερος παρουσιαστής;

Ο καλύτερος είναι ο Ανδρέας Μικρούτσικος και ο χειρότερος, ο… ακατονόμαστος. Δεν θέλω ούτε να πω το όνομά του!

Ελα! Πες, ποιον εννοείς;

Αυτόν που αποκαλούν… σιχα-Μένιο. Αν κατά τύχη τον δεις ή τον ακούσεις, ξεχνάς τα ελληνικά σου.

Αν επέστρεφες στο γυαλί, τι εκπομπή θα ήθελες να κάνεις;

Ηδη έχω επαφή με γνωστό κανάλι για μια ψυχαγωγική εκπομπή με τον Σπύρο Μπιμπίλα και τη Μαίρη Μηλιαρέση. Σύντομα θα μιλήσω γι’ αυτό με λεπτομέρειες.

Στην προσωπική ζωή σου πώς είσαι;

Δεν παντρεύτηκα ποτέ και δεν έκανα παιδιά, που τα αγαπώ, αλλά νομίζω ότι θα ήμουν πολύ αυστηρός γονιός. Ωστόσο, όσο περνούν τα χρόνια, δεν σου κρύβω ότι θα ήθελα να βρω μια καλή συντροφιά. Για τα γεράματα, που λένε (γέλια).

Πώς σχολιάζεις την υιοθεσία παιδιών από ομόφυλους γονείς;

Το βρίσκω υπερβολικό και οξύμωρο, με την έννοια ότι μπερδεύονται οι έννοιες του μπαμπά και της μαμάς στο ίδιο φύλο…

Η υγεία σου πώς είναι;

Για την προχωρημένη ηλικία μου (γέλια) είμαι καλά! Το 2012 πέρασα ένα μεγάλο πρόβλημα με τον προστάτη μου, ο οποίος διογκώθηκε και θα μπορούσε να εξελιχθεί σε επιθετικό καρκίνο. Εγχειρίστηκα και όλα πήγαν μια χαρά. Αν το άφηνα, θα πέθαινα… Στέλνω ένα μήνυμα σε όλους τους άνδρες ότι πρέπει να παρακολουθούν τον προστάτη τους από νεαρή ηλικία!

Πώς πέρασες το καλοκαίρι σου;

Αυτό ήταν ένα από τα καλύτερα των τελευταίων ετών, διότι πήγα για μεγάλο διάστημα στην Αμερική. Είχα πρόσκληση από το Ελληνικό Κέντρο Πολιτισμού «Προμηθέας» στη Φλόριντα, όπου πρόεδρος είναι η παλιά φίλη και συνάδελφος Εφη Βασιλείου. Εκεί, στις 18 Αυγούστου, μου δόθηκε η ευκαιρία να εμφανιστώ σε μια μεγάλη συνεστίαση και να έρθω σε επαφή με τους αγαπημένους Ελληνες ομογενείς.

Στη συνέχεια επισκέφθηκα τη Νέα Υόρκη, όπου συναντήθηκα με την υπεύθυνη του New Greek Television Γιάννα Νταρίλη και κλείσαμε συμφωνία να διοργανώσουμε εκεί ένα εορταστικό γκαλά για τα 40 χρόνια του σταθμού. Αυτό θα γίνει σε ένα μεγάλο hall, στο πρώτο δεκαήμερο του Ιουνίου του 2019, και θα παραστούν, με σκοπό να τιμηθούν, μεγάλα ονόματα του ελληνικού κινηματογράφου και του θεάτρου, καθώς και νεότεροι καλλιτέχνες, οι οποίοι θα συμμετάσχουν στο σόου της βραδιάς. Μέρος των εσόδων της εκδήλωσης θα διατεθεί σε μέλη του Ταμείου Αλληλοϋποστήριξης Σωματείου Ελλήνων Ηθοποιών (ΤΑΣΕΗ), στο οποίο είμαι γενικός γραμματέας, με πρόεδρο τον Σπύρο Μπιμπίλα.